Θυμάμαι πριν περίπου 20 έτη, συζητούσαμε στην οικογένεια αν ο κλάδος που είχε επιλέξει ο αδερφός μου θα ήταν επικερδής και περιζήτητης τεχνογνωσίας στην αγορά εργασίας του αύριο. Περί Internet και Πληροφορικής ο λόγος. Ακόμα και σήμερα, 20 χρόνια μετά, ανάμεσα στις θέσεις εργασίας με την περισσότερη ζήτηση βρίσκονται αυτές που σχετίζονται με αυτούς  τους κλάδους. Κι όχι μόνο οι προφανείς θέσεις, με τη μορφή που είχαν παλαιότερα κι έχουμε συνηθίσει (βλ. software developers, business analysts, software architects κ.ά.).

Πλέον, έχουν δημιουργηθεί θέσεις που συνδυάζουν την τεχνολογία και την πληροφορική σχεδόν σε όλους τους εργασιακούς κλάδους. Π.χ. στο Marketing (SEO strategist, digital analytics specialist), στο HR (social media recruiter), στο Engineering (electromechanical engineer) κ.ο.κ. Κι αυτό ισχύει όχι μόνο αναφορικά με τη μετάλλαξη των θέσεων εργασίας που παρατηρείται στις μέρες μας, μα και στους τρόπους αναζήτησης, όπου η τεχνογνωσία στην πληροφορική και το internet είναι απαραίτητη. Με τα social media και τα διαδικτυακά jobsites να αποτελούν πλέον τα κύρια μέσα αναζήτησης επαγγελματικών ευκαιριών (δημοφιλή για ανακοινώσεις και για ανταπόκριση σε αυτές), οι χρήστες απαιτείται να έχουν πλήρη εξοικείωση με το “περιβάλλον” τους. Κι αυτό, προκειμένου να είναι όσο πιο άμεσοι γίνεται στις ενέργειές τους λόγω της εξαιρετικά μεγάλης προσφοράς που υπάρχει πλέον και να ανακαλύπτουν ευκαιρίες εργασίας που εμφανίζονται όχι τόσο συχνά.

Τι γίνεται όμως, ακριβώς όταν η προσφορά είναι πολύ μεγάλη, οι ρυθμοί “δράσης” στο διαδίκτυο ακαριαίοι και το ελληνικό κοινό σύμφωνα με τη Eurostat, είναι ” διαδικτυακά αναλφάβητο”; Πώς θα καταφέρει να δηλώσει διαδικτυακά-εργασιακά την παρουσία του, πόσο μάλλον να εκπαιδευθεί και αργότερα να αποκατασταθεί επαγγελματικά; Ειδικά, όταν τα ποσοστά εμφανίζουν την Ελλάδα στην προτελευταία θέση των νοικοκυριών με διαδικτυακή σύνδεση σε ποσοστό 56%, ενώ συγχρόνως, το 36% των Ελλήνων δεν έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ το διαδίκτυο (ποσοστό καλύτερο, συγκρινόμενο μόνο με αυτό της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας); Τα ίδια ποσοστά περίπου ισχύουν και σε Ιταλία (34%), Πορτογαλία (33%), Κύπρο (32%) και Πολωνία (32%), αν και περισσότερο μας ενδιαφέρει να εξετάζουμε και να παραδειγματιζόμαστε από καλύτερα ποσοστά, όπως αυτά που ισχύουν σε Δανία (4%) και Λουξεμβούργο (5%).

Ασφαλώς τα παραπάνω ποσοστά της Ελλάδας, δε μπορούν να συγκριθούν με αυτά της Δανίας και του Λουξεμβούργου, μιας και οι συνθήκες που προσφέρει το κάθε κράτος για εργασία και ανάπτυξη είναι πολύ διαφορετικές. Μπορούμε όμως να λάβουμε αυτά τα ποσοστά ως κίνητρο κι ένδειξη για το πού οδεύει η αγορά του αύριο και πώς μπορούμε να μείνουμε “κοντά στις εξελίξεις”, επιλέγοντας ανάλογα την εκπαίδευση και επιμόρφωσή μας, αναγνωρίζοντας τις τάσεις και ακολουθώντας τες.

[Στατιστικά και πληροφορίες αντλήθηκαν από το link: http://portal.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathworld_1_18/12/2013_532901]

Έθελ Αγγελάτου, εξωτ. συνεργάτης kariera.gr, pr@kariera.gr

Αφήστε το σχόλιό σας…