Εδώ και χρόνια, στη συνείδηση των Ελλήνων η εκπαίδευση και, κυρίως, οι Πανεπιστημιακές σπουδές, είναι συνυφασμένες με την επαγγελματική αποκατάσταση. Αυτό σημαίνει ότι ο κάθε φοιτητής και οι “χορηγοί” του, περιμένουν ότι αποφοιτώντας θα βρεθεί εργασία στο αντικείμενο των σπουδών του.

Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό των πανεπιστημίων λειτουργούν ομάδες που τάσσονται ανοιχτά εναντίον της επαφής των Πανεπιστημίων με την πραγματική αγορά εργασίας, γεγονός που δυσχεραίνει την εναρμόνιση μεταξύ των Πανεπιστημίων και της αγοράς. Ακόμα όμως και χωρίς αυτά τα εμπόδια, θα ήταν ουτοπικό να υποθέσουμε ότι τα Πανεπιστήμια είναι σε θέση να παρακολουθούν πλήρως τις εξελίξεις στους τομείς τους, δεδομένου ότι το πλήθος των ατόμων που ασχολούνται (σε επίπεδο έρευνας) με οποιοδήποτε θέμα, είναι πλέον πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι ήταν στο παρελθόν. Επίσης, συχνά οι πραγματικές ανάγκες των εταιρειών είναι συνήθως διεκπεραιωτικές και όχι υψηλής επιστημονικής εξειδίκευσης, σε αντίθεση με το περιεχόμενο των πανεπιστημιακών σπουδών.

Βάσει των παραπάνω, θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί περιττή η απόκτηση πανεπιστημιακών τίτλων. Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσο απλά.

Στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα ενός πτυχιούχου είναι, όχι οι γνώσεις που έχει αποκτήσει -των οποίων, έτσι κι αλλιώς, μόνο μικρό μέρος ενδέχεται να μπορέσει να εφαρμόσει-, αλλά το ότι έχει αποδείξει ότι μπορεί να ασχοληθεί για καιρό με κάτι που θα του αποδώσει μακροπρόθεσμα οφέλη. Το ότι έχει, δηλαδή, αποδείξει ότι μπορεί να “λειτουργεί” μακροπρόθεσμα. Αυτός είναι και ο λόγος που μεγάλες επιχειρήσεις διεθνώς δείχνουν προτίμηση σε πτυχιούχους για την πλήρωση θέσεων ευθύνης.

Ουσιαστική γνώση του αντικειμένου που κάποιος θα εξασκήσει στην επαγγελματική του ζωή, αποκτάται συνήθως σε πραγματικές συνθήκες εργασίας. Η πρακτική άσκηση σίγουρα βοηθά, περισσότερο όμως στην επαφή με τις ανάγκες των επιχειρήσεων και λιγότερο στην απόκτηση συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Αυτό, διότι η μικρή διάρκεια της πρακτικής άσκησης δεν επιτρέπει συνήθως στον ασκούμενο να αναλάβει καθήκοντα ζωτικής σημασίας για μία επιχείρηση.

Αν είναι όμως έτσι, γιατί έχει φτάσει σε τόσο υψηλά επίπεδα η ανεργία των νέων στην Ελλάδα; Κατά τη γνώμη μου, δύο είναι τα κύρια αίτια:

Η απροθυμία των επιχειρήσεων σε καιρό κρίσης να πάρουν το ρίσκο της πρόσληψης προσωπικού χωρίς εμπειρία, έστω και με χαμηλότερο κόστος. Προτιμούν επιλογές που δείχνουν ασφαλέστερες (άσχετα με το κατά πόσο πραγματικά είναι). Μην ξεχνάμε ότι στο τέλος πάντα την επιλογή την κάνει ένας άνθρωπος, ο οποίος παίρνει και την ευθύνη αυτής

Η έλλειψη ευελιξίας από την πλευρά του εργατικού δυναμικού. Δυστυχώς στην Ελλάδα έχουμε μεγαλώσει με την ιδέα πως κάποιος τρίτος (συνήθως το Κράτος) είναι υπεύθυνος να μας βρει δουλειά σε ένα αντικείμενο, μόνο και μόνο επειδή μας δίνει τη δυνατότητα να το σπουδάσουμε. Στην πραγματικότητα, οι πανεπιστημιακές σπουδές θα έπρεπε να είναι συνειδητή επιλογή του καθενός, αφότου θα έχει εξετάσει πρώτα και άλλες εναλλακτικές επιλογές. Η κοινωνία (άρα και οι επιχειρήσεις) χρειάζεται πολλές δεξιότητες που πολύ μικρή σχέση έχουν με τα πτυχία των Πανεπιστημίων

Και έτσι φτάνουμε σε ένα βασικό πρόβλημα, που υπερβαίνει τα όρια του Πανεπιστημίου και της αναζήτησης εργασίας, αφού έχει να κάνει γενικότερα με την πορεία του καθενός στη ζωή: τη Λήψη Αποφάσεων.

Το αν κάποιος θα σπουδάσει, τί θα σπουδάσει και το αντικείμενο της μελλοντικής εργασίας του, είναι τρεις ξεχωριστές αποφάσεις που πρέπει να λαμβάνονται, όπως όλες οι αποφάσεις, όχι με βάση το παρελθόν (π.χ. αν έχουν σπουδάσει οι γονείς, τι έχουν σπουδάσει οι γονείς, ποιος είναι το τίτλος του πτυχίου που κατέχουμε), αλλά με βάση τις εκτιμήσεις μας για το μέλλον. Αντίστοιχα ερωτήματα με το βλέμμα “μπροστά”, θα ήταν:

αν προβλέπεται οι κάτοχοι πτυχίων να έχουν καλύτερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας

ποιες γνώσεις θα έχουν ζήτηση σε 4-5 έτη

τί από αυτά που μπορούμε/επιθυμούμε να κάνουμε έχει ζήτηση στην αγορά τη στιγμή που αναζητούμε εργασία και

πώς βλέπουμε το αντικείμενο αυτό να εξελίσσεται τα επόμενα χρόνια

Προφανώς είναι πιο εύκολο να αποφασίσουμε με βάση το παρελθόν, που μας είναι γνωστό, απ’ ότι με βάση το μέλλον, που είναι άγνωστο. Επειδή όμως κάθε απόφαση επηρεάζει το μέλλον και όχι το παρελθόν, ο καλύτερος τρόπος να λαμβάνουμε αποφάσεις είναι βάσει των προβλέψεών μας για το μέλλον.

Είναι όμως το εκπαιδευτικό σύστημα αμέτοχο ευθυνών;

Φυσικά και όχι! Εκτός της γενικότερης έλλειψης επαγγελματικού προσανατολισμού, θα ήθελα να επισημάνω και μία εξαιρετικά σημαντική έλλειψη που σπάνια αναδεικνύεται: την απουσία καλλιέργειας κοινωνικών δεξιοτήτων (soft skills), όπως οι παρουσιάσεις, η συνεργασία, ο προγραμματισμός, η διαχείριση χρόνου, κ.ο.κ.. Οι δεξιότητες αυτές είναι απαραίτητες σε όλους, κυρίως σε ανέργους. Και όμως, δεν διδασκόμαστε και δεν εξασκούμε ποτέ σχετικές τεχνικές στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Ίσως αυτό να έχει να κάνει με το γεγονός, ότι είναι πολύ πιο εύκολο το βαθμοθηρικό μας σύστημα εκπαίδευσης να αξιολογεί με βάση την απομνημόνευση. Είναι άλλη μία ένδειξη ότι στο βωμό της αντικειμενικότητας και του αδιάβλητου, θυσιάζεται μονίμως η ουσία. Είναι όμως και κάτι που χρειάζεται να αλλάξει το συντομότερο δυνατόν, αν επιθυμούμε να διατηρήσουμε τον τρόπο ζωής στον οποίο συνηθίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες.
Μιχάλης Κεφαλάκης, αναγνώστης kariera.gr