Τα χρόνια της κρίσης έφεραν τα πάνω κάτω. Άλλαξαν ζωές, σχέσεις, συνθήκες. Άλλαξαν έννοια οι λέξεις, άλλαξαν μορφή οι συνήθειες. Εργασιακά, ακόμη περισσότερο. Και ψάχνω σήμερα να δω η λέξη «μισθός» πόσα κρατάει από χθες, αλλά δύσκολα βρίσκω ομοιότητες.

Κατ’ αρχήν, ο μισθός και το εισόδημα γενικότερα κάποιου ανθρώπου μπορεί και οφείλει μάλιστα να αποτελεί προσωπική υπόθεση. Ο καθένας από εμάς έχει δικαίωμα να μην φανερώνει το πόσα λεφτά παίρνει ή το πόσα λεφτά θα επιθυμούσε να παίρνει.
Ένα βασικό και σημαντικό πρόβλημα για όλους και ανεξαρτήτως μάλιστα θέσης, αποτελεί το πόσα χρήματα νιώθουν ότι μπορούν να ζητήσουν όταν κλείνουν ραντεβού για μία δουλειά. Οι περισσότεροι φοβούνται να ζητήσουν αυτά που πιστεύουν πως αξίζουν, έχοντας γνώση και συνείδηση πως οι μισθοί έχουν πέσει. Είναι όμως τελείως διαφορετικό το πόσα πιστεύεις ότι ορίζει η αγορά και το πόσα πιστεύεις ότι θα έπρεπε να παίρνεις – σε λογικά πλαίσια πάντα. Όταν η συνάρτηση αυτή αποκλίνει πολύ μέσα μας, πρέπει σίγουρα να μειώσουμε την απόσταση και προς τη μία και προς την άλλη πλευρά. Διότι, ποτέ δεν ξέρεις.
Το δεύτερο που ισχύει σήμερα πια και δεν ίσχυε στο παρελθόν είναι ότι τώρα οι πιθανοί εργοδότες ρωτούν το μέγεθος του μισθού που έπαιρνε κάποιος στην προηγούμενη δουλειά του. Εδώ, ελλοχεύουν  δύο παγίδες: στη μία περίπτωση, αν κάποιος πληρωνόταν λιγότερα από όσα θα έπρεπε, θα ξεκινήσει από χαμηλή βάση. Αν δε, πληρωνόταν «πολλά» για τη σημερινή εποχή, τότε είναι πιθανό ο εργοδότης να τον απορρίψει εκ των προτέρων, πιστεύοντας πως με λιγότερα χρήματα ο ενδιαφερόμενος δεν θα αποδίδει τα μέγιστα αφού θα είναι δυσαρεστημένος. Αφήστε που υπάρχει ο φόβος της ανισορροπίας σε ένα εργασιακό περιβάλλον αν εμφανιστεί ένας άνθρωπος υψηλών προσόντων και προδιαγραφών σε μια χαμηλότερη θέση από αυτή που θα του άξιζε εν καιρώ γενικότερου πλούτου. Οι συνάδελφοι, που δεν γνωρίζουν ενδεχομένως με πόσα χρήματα έχει δεχτεί κάποιος να δουλεύει, θα ζουν σε καθεστώς φόβου ότι ο εν λόγω μπορεί να τους πάρει τη δουλειά… Και πάει λέγοντας.
Εκτός των άλλων, σήμερα πια, ο μισθός κάποιου δεν αντικατοπτρίζει κατ’ ανάγκη και την αξία του. Στο παρελθόν, νιώθαμε συχνά πως η πρόοδός μας καθρεφτιζόταν και επιβραβευόταν με το απόλυτο νούμερο απολαβών – σήμερα πια δεν έχεις την πολυτέλεια να το ζεις αυτό. Οπότε, ασυνείδητα, δε νιώθεις ότι προχωράς, ενώ επί της ουσίας μπορεί να κάνεις τα βήματα.
Τέλος, και εξίσου σημαντικό, έρχεται το γεγονός της συμπεριφοράς και της αντιμετώπισης των γύρω απέναντι στο εισόδημά μας. Κάποτε, με υπερηφάνεια ή με γκρίνια, ομολογούσες μόνος πόσα λεφτά έπαιρνες. Σήμερα, φοβάσαι να το πεις και νιώθεις ότι οι άλλοι θέλουν να ξέρουν – κυρίως γιατί η πλειονότητα νιώθει ότι ζει μια αδικία. Και αυτό δεν αφορά μόνο στους συναδέλφους αλλά και στο ευρύτερο οικογενειακό, φιλικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Από τη μία άκρη λοιπόν, από την οποία ξεκινήσαμε το κείμενο που λέει ότι ο μισθός είναι κάτι απολύτως προσωπικό που δεν χρειάζεται να το ξέρει κάποιος που δεν θέλουμε να το ξέρει, φθάνουμε εκεί που δεν θέλουμε να τον πούμε μόνο και μόνο για να μην κριθούμε για αυτό. Για να μην προκαλέσουμε ζήλια ή αντιθέτως να μη δείξουμε αδυναμία. Γνωρίζω ανθρώπους που αναγκάζονται να λένε ψέματα ακόμη και στους φίλους τους. Με όλα αυτά, δεν θέλω σε καμία περίπτωση να πω πως όποιος νιώθει πως πρέπει να κρατά τον μισθό του μυστικό, θα έπρεπε να νιώθει άσχημα. Θέλω όμως να πω πως αποτελεί απλώς ένα νούμερο, ένα νούμερο απόρροια της σημερινής κατάστασης και καθόλου δεν πρέπει να αποτελεί βαρόμετρο της αξίας μας, του σεβασμού που μας οφείλεται και των ενδεχόμενων δυνατοτήτων μας.

Μία Κόλλια, εξωτ. συνεργάτης kariera.gr, pr@kariera.gr

Αφήστε το σχόλιό σας…