Πόσο μακριά  μπορούμε να φτάσουμε για μια δουλειά; Και πόσο μας κοστίζει αυτό σε έξοδα και χρόνο;

Γράφει ο Αντώνης Ρηγόπουλος

Το ξυπνητήρι χτυπάει στις 7.00. Μέχρι τις 7.30 έχεις δώσει στον εαυτό σου τη μεγάλη πολυτέλεια να πατάς το snooze. Μετά τις 7.30 όμως είσαι πλέον σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης γιατί η βάρδια ξεκινάει στις 9.00 και χρειάζεσαι ακριβώς μία ώρα για να φτάσεις στη δουλειά σου, γεγονός που σου δίνει 30 λεπτά να σηκωθείς, να πλυθείς, να ντυθείς να πιείς και μια γουλιά καφέ καίγοντας τη γλώσσα σου για να ξυπνήσεις. Να σημειώσουμε ότι σε αυτή την όμορφη ιστορία δεν έχω συνυπολογίσει την περίπτωση να έχεις παιδιά/σκυλιά κλπ..

Μία ώρα να πας στη δουλειά λοιπόν και μία να γυρίσεις: σύνολο 120 λεπτά στον δρόμο ανά ημέρα. Συν τα έξοδα μετακίνησης που μπορεί να «καταλαμβάνουν» ένα γερό ποσοστό του μισθού σου. Και κάπου εκεί στα μισά της διαδρομής κάθε πρωί σκέφτεσαι: μακάρι να ήμουν πιο κοντά… 

Το σημερινό ερώτημα, λοιπόν, πατάει στην καθημερινότητα όλων: Ψάχνουμε δουλειές κοντά στο σπίτι μας; Αν ναι, γιατί; Και αν όχι, πάλι γιατί;

Η αλήθεια είναι ότι πολύ συγκεκριμένα στοιχεία δεν υπάρχουν σχετικά με το ποσοστό των εργαζομένων και των ανέργων που ψάχνουν δουλειές κοντά στον τόπο κατοικίας τους. Οι περισσότερες εξετάζουν ευρύτερα το θέμα, ερευνώντας αν οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να φύγουν από την πόλη τους, τη χώρα τους, ή ακόμη και από την ΕΕ για να εργαστούν.

Τι γίνεται όμως με τη… μετεγκατάσταση εντός της ίδιας της πρωτεύουσας που λόγω μεγέθους μπορεί να παρουσιάσει και τις μεγαλύτερες αποστάσεις μεταξύ εργασίας και κατοικίας;

Βασικός παράγοντας η απόσταση;

Μιλώντας για το θέμα στο kariera.gr o K.X., o οποίος είναι άνεργος εδώ και λίγους μήνες, εξηγεί ότι προτεραιότητά του είναι η εύρεση εργασίας στο αντικείμενό του, ανεξάρτητα από τον χρόνο που θα απέχει από το σπίτι του. Αντιθέτως η Μ.Ν., η οποία ήδη εργάζεται σε δουλειά που δεν απαιτεί ειδίκευση, σημειώνει ότι πλέον ψάχνει άλλη δουλειά που να βρίσκεται κοντά στο σπίτι της αν έχει τουλάχιστον τις ίδιες αποδοχές. Άρα λοιπόν, η εγγύτητα του τόπου εργασίας με την κατοικία είναι μεν σημαντικός παράγοντας, όμως ιεραρχείται σε χαμηλότερη θέση σε σχέση με άλλες παραμέτρους, όπως η γενικότερη ανάγκη εργασίας, οι απολαβές και το αντικείμενο της εργασίας.

«Μετάφραση» σε χρόνο και χρήμα…

Τι σημαίνει όμως πρακτικά το να δουλεύεις μακριά από εκεί που μένεις στην Αθήνα; Σύμφωνα με τα στοιχεία της παγκόσμιας εφαρμογής Moovit, οι Αθηναίοι ξοδεύουν κατά μέσο όρο 71 λεπτά την ημέρα στα μέσα μεταφοράς, την ώρα που στο Βερολίνο ο Μ.Ο. είναι τα 62 λεπτά και στο Παρίσι τα 64, ενώ το Λονδίνο μας ξεπερνάει με 84 λεπτά.

Από άποψη χρηματικού κόστους τα πράγματα είναι θολά. Σύμφωνα με έρευνα του athenstransport.gr, η πλειοψηφία των χρηστών ΜΜΜ προτιμούν την αγορά μηνιαίας κάρτας που κοστίζει €30, όμως είναι πολλοί και όσοι αγοράζουν κανονικό εισιτήριο (€1,40) για τις μετακινήσεις τους καθώς μπορεί το 19ωρο ωράριο λειτουργίας του μετρό να μην τους εξυπηρετεί. Άλλωστε, μόλις το 2016, ο Independent είχε τοποθετήσει την Αθήνα στη δεκάδα των ευρωπαϊκών πόλεων με τις ακριβότερες μετακινήσεις, υπολογίζοντας ότι οι μετακινήσεις «έτρωγαν» από τους πολίτες το 13% του μισθού τους.

Οι ετήσιες κάρτες από την άλλη, οι οποίες προσφέρουν και το μεγαλύτερο συνολικό ποσό έκπτωσης εφόσον γίνεται απόσβεση, ανέρχονται στα €330, ωστόσο παρουσιάζουν το μειονέκτημα ότι απαιτούν ένα ορισμένο επίπεδο ρευστότητας για να μπορέσει κανείς να την αγοράσει. 

Εξάλλου, η έρευνα του athenstransport για τον βαθμό ικανοποίησης (με άριστα το 10) των επιβατών από τα ΜΜΜ που έγινε το 2018, έδειξε πτώση των ποσοστών ικανοποίησης σε όλα τα μέσα σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, με κάποια μάλιστα από αυτά να λαμβάνουν βαθμολογία «κάτω από τη βάση». 

Ούτε για όσους κινούνται με αυτοκίνητο όμως τα πράγματα δεν είναι ιδιαίτερα καλά. Έρευνα της συγκοινωνιακής υπηρεσίας tomtom τοποθετεί την Αθήνα στην 29η θέση της παγκόσμιας κατάταξης κίνησης στους δρόμους με το επίπεδο μποτιλιαρίσματος να φτάνει το 40% (άνοδος κατά 2% από το 2017), ενώ οι οδηγοί πρέπει να υπολογίζουν περίπου 20 λεπτά καθυστέρησης σε διαδρομές μισής ώρας κατά τις πρωινές και τις απογευματινές ώρες αυξημένης κυκλοφορίας, γεγονός που προφανώς μεταφράζεται και σε έξοδα καυσίμων, ενώ δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος ή τα έξοδα που απαιτούνται για το παρκάρισμα.

Με άλλα λόγια, όχι, η Αθήνα δεν είναι η ιδανική πόλη για κάποιον που το σπίτι του απέχει πολύ από τη δουλειά του. Από την άλλη, η αυξημένη ανεργία της τελευταίας δεκαετίας έχει οδηγήσει πολλούς συμπολίτες μας στην αποδοχή θέσεων εργασίας που δεν ανταποκρίνονται σε διάφορες από τις παραμέτρους που οι ίδιοι θα έθεταν υπό άλλες συνθήκες. 

Έτσι, ο χαμηλό(τερο)ς μισθός σε σχέση με παλιότερα, το διαφορετικό αντικείμενο και ο μακρινός τόπος εργασίας, είναι «εμπόδια» που τα τελευταία χρόνια οι εργαζόμενοι ήταν διατεθειμένοι (ή και υποχρεωμένοι) να αποδεχτούν και να προσπεράσουν. Οι συμβιβασμοί για μια θέση εργασίας είναι σίγουρα στο «παιχνίδι». Φτάνει να μην είναι τόσοι που κάνουν το παιχνίδι να μην μοιάζει πια με παιχνίδι.

Photo by Corey Agopian on Unsplash