Η διαδικασία ξεκινάει μέσα από τη σύνταξη ενός κατάλληλου βιογραφικού σημειώματος το οποίο, εκτός από σύντομο (το περισσότερο δυο-τρεις σελίδες), θα πρέπει να είναι και κατάλληλο. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να δίνει τις πληροφορίες που ενδεχομένως ενδιαφέρουν τον εργαζόμενο της εταιρίας ο οποίος θα το αξιολογήσει. Αντίστοιχα προσεκτικά γραμμένη θα πρέπει να είναι και η συνοδευτική επιστολή, η οποία καλό είναι να συνταχθεί για την περίπτωση ώστε να τονίζει τα σχετικά σημεία που θέλει η εταιρία και να δημιουργεί θετική εντύπωση και ενδιαφέρον για τον συντάκτη της.
Αν το βιογραφικό “περάσει τις πρώτες εξετάσεις” ακολουθεί η πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία του εκπροσώπου της εταιρίας με τον υποψήφιο. Εκεί δίνεται η δυνατότητα και στις δύο πλευρές να συλλέξουν ουσιώδεις και σχετικά αυθόρμητες πληροφορίες. Για παράδειγμα, ο εκπρόσωπος της εταιρίας ελέγχει τις ικανότητες του υποψηφίου στην τηλεφωνική επικοινωνία. Από τη μεριά του ο υποψήφιος μπορεί να πληροφορηθεί για ποια θέση θα δώσει συνέντευξη και σε ποιον, πόσο θα διαρκέσει η συνάντηση, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία θα τον βοηθήσει να προετοιμαστεί κατάλληλα για τη συνέντευξη.

Η επιτυχημένη συνέντευξη
Φυσικά ο σκοπός όλων των παραπάνω προσπαθειών είναι να έχει αρχικά ο υποψήφιος τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί η συνέντευξη και, το ιδανικότερο, να είναι επιτυχημένη. Οι συνεντευκτές συχνά χαρακτηρίζουν επιτυχημένη τη συνέντευξη με κάποιον υποψήφιο ο οποίος ξεχωρίζει από το πλήθος των συνυποψηφίων του.
Προκειμένου να μπορέσει κάποιος να ξεχωρίσει δεν αρκούν τα προσωπικά του χαρακτηριστικά και οι ικανότητές του. Η όσο το δυνατόν καλύτερη γνώση της εταιρίας βοηθάει στο να προαποφασίσει ο υποψήφιος ποια από τα δυνατά του σημεία σχετίζονται με τη θέση και την κουλτούρα της εταιρίας ώστε να τα τονίσει. Με λίγα λόγια, η επιλογή των κατάλληλων απαντήσεων μπορεί, εν μέρει, να οδηγήσει τη συζήτηση σε κατάλληλη κατεύθυνση για τον υποψήφιο.
Ο καλά προετοιμασμένος υποψήφιος ξέρει πάντα πώς να απαντήσει στην ερώτηση γιατί θέλει να αποχωρήσει ή γιατί αποχώρησε ήδη από την τελευταία θέση εργασίας του. Επίσης συχνά θα τεθεί ερώτηση σχετικά με το ποιο είναι το επιθυμητό πακέτο αποδοχών για την επόμενη εργασιακή του μετακίνηση.
Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι ο υποψήφιος έχει και αυτός δικαίωμα να θέτει ερωτήσεις, με λίγα λόγια να παίρνει και αυτός μία μορφή συνέντευξης από τον συνεργάτη της εταιρίας. Εξάλλου θα πρέπει να του δοθεί η δυνατότητα να συλλέξει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να μπορέσει να αξιολογήσει αν η θέση και η εταιρία είναι κατάλληλες για αυτόν. Τις περισσότερες δε φορές αξιολογούνται θετικά οι υποψήφιοι που θέτουν κατάλληλες ερωτήσεις οι οποίες καταδεικνύουν ενδιαφέρον για τη θέση, προσπάθεια κατανόησης των λειτουργιών της εταιρίας και αποδεικνύουν ενεργητική συμμετοχή του υποψηφίου σε όσα λέει ο συνεντευκτής.
Αν προς το τέλος της συνέντευξης ο υποψήφιος πιστεύει ότι δεν τα πήγε καλά δεν θα πρέπει να το δείξει, γιατί δεν αποκλείεται ο συνεντευκτής να έχει σχηματίσει διαφορετική εντύπωση! Δηλαδή μέχρι την τελευταία στιγμή θα πρέπει να είναι αισιόδοξος, να αυτοκυριαρχείται και να προσπαθεί να δίνει μία θετική αύρα στη συνάντηση. Αν, όμως, είναι βέβαιος για το γεγονός ότι η συνέντευξη ήταν μία μικρή “καταστροφή” (και έχει λόγους να το πιστεύει, όχι απλά να το νιώθει) μπορεί να το δηλώσει και να συζητήσει με ειλικρίνεια με τον συνεντευκτή, χωρίς να ρίχνει ευθύνες. Με λίγα λόγια είναι η κατάλληλη και μοναδική στιγμή να ρωτήσει με ποιον τρόπο θα μπορούσε να βοηθήσει τον αξιολογητή στο έργο του ώστε αυτός να συλλέξει από τη μία τα στοιχεία που τον ενδιαφέρουν και ο υποψήφιος να έχει μία δεύτερη ευκαιρία.