Την επόμενη φορά που θα σου βγει να γκρινιάξεις ως ακούσιο εργασιακό νευροεκφυλιστικό «τικ», κάνε μια καλή εμβάθυνση στο γιατί γκρινιάζουμε, ή έστω διάβασε αυτό το κείμενο.

Όταν συζητούσαμε με τον αρχισυντάκτη μας εδώ στο kariera.gr να γράψουμε ένα κείμενο με θέμα «μήπως να σταματούσαμε να γκρινιάζουμε στη δουλειά;» του απάντησα ότι η αλήθεια είναι ότι το τελευταίο αρκετό διάστημα γκρινιάζω πολύ, οπότε θα είχε πολύ ενδιαφέρον για μένα. 

Αν πάρω ως δείγμα τη σημερινή ημέρα μου, από το πρωί έχω γκρινιάξει για αρκετά ανούσια πράγματα. Για τον υπεύθυνο επικοινωνίας που δεν μου απαντάει στα μηνύματα (hello, αυτή είναι η δουλειά σου), για τον συνεργάτη που με καθυστερεί και συνεπώς καθυστερώ κι εγώ, και για το αυστηρό deadline που έχω για μία παράδοση. Φυσικά, δεν είμαι η μόνη. Αν επισκεφτείς το “Τμήμα Προσωπικού Δράματος”  θα καταλάβεις ότι καθημερινά λίγο-πολύ οι περισσότεροι βρίσκουμε λόγους για να γκρινιάζουμε στη δουλειά. Θα μου πεις πως με όλα αυτά που συμβαίνουν η γκρίνια είναι δικαιολογημένη. Τόσο λόγω της οικονομικής κρίσης, όσο και λόγω του κορωνοϊού έχουμε όντως πολύ σοβαρούς λόγους να παραπονιόμαστε. Πραγματικά όμως, μας βοηθάει κάπου η γκρίνια; Λύνει το πρόβλημα μας; Κάνει το αφεντικό μας πιο ευγενικό ή τον συνάδελφό μας πιο συνεργάσιμο; Ας συμφωνήσουμε πως όχι. 

Σύμφωνα με τον συγγραφέα του «A Complaint-Free World» ένας άνθρωπος γκρινιάζει 15 με 30 φορές μέσα στην ημέρα. Προσωπικά, ανά περιόδους έχω πιάσει τον εαυτό μου να γκρινιάζει για τα πάντα. Από μικρά θέματα στη δουλειά σαν τα σημερινά ανούσια, μέχρι μεγάλα, όπως αυτά που σε βάζουν σε υπαρξιακές αναζητήσεις του στυλ “μήπως να παραιτηθώ;”, “μήπως έχω κάνει λάθος επιλογές”, “μήπως τελικά δεν είμαι ευτυχισμένος/η σε αυτή τη δουλειά;”. 

Η ευτυχία που σε στοιχειώνει…

Θα σταθώ στην λέξη «ευτυχισμένος/η», καθώς πιστεύω ότι η ρίζα της γκρίνιας οφείλεται στο γεγονός ότι συμβαίνουν πράγματα που μας κάνουν να απομακρυνόμαστε από την έννοια της ευτυχίας, μίας ιδέας για την οποία μας έχουν κάνει πλύση εγκεφάλου. «Η ευτυχία στοιχειώνει το πολιτισμικό μας φαντασιακό, επιβάλλοντας την παρουσία της κάθε μέρα και μέχρι αηδίας, έτσι που σπανίως περνά μία μέρα χωρίς να ακούσει ή να διαβάσει κανείς κάτι γι’ αυτήν», σημειώνεται στο βιβλίο «Ευτυχιοκρατία / Πώς η βιομηχανία της ευτυχίας κυβερνά τη ζωή μας» (Εκδ. Πόλις). 

Και τι θα γίνει δηλαδή αν όλα δεν πηγαίνουν καλά; O Mark Manson συγγραφέας του best seller «The subtle art of not giving a fuck» (Εκδ. Έσοπτρον) έχει τη θεωρία ότι «μερικές φορές τα πράγματα είναι σκατά και πρέπει να ζήσουμε με αυτό». Ναι πρέπει να ζήσουμε και με το ότι το πρωί η Κηφισίας έχει κίνηση για να φτάσουμε στο γραφείο, όπως πρέπει να ζήσουμε και με το γεγονός ότι δεν θα ταιριάζουμε με όλους τους συναδέλφους που θα συναντήσουμε στην επαγγελματική μας πορεία. Όπως γράφει και στο βιβλίο: «Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μη νοιάζεσαι ιδιαίτερα. Αυτό είναι που θα σώσει τον κόσμο. Και θα τον σώσει αν αποδεχτείς ότι ο κόσμος είναι σκατά και πως δεν πειράζει καθόλου, επειδή έτσι ήταν πάντοτε και έτσι θα συνεχίσει να είναι». Απαισιόδοξο; Ειλικρινές. Και ίσως αυτή η αποδοχή μας γλιτώσει από λίγη γκρίνια. Γιατί από την κίνηση στην Κηφισίας, δεν θα μας γλιτώσει σίγουρα.

Μεταδοτικός «ιός» ή βοήθημα κοινωνικοποίησης;

Το λεξικό Merriam-Webster ορίζει το «παράπονο» ως έναν τρόπο να εκφραστεί «η θλίψη, ο πόνος ή η δυσαρέσκεια», όλα τους εξ ορισμού αρνητικά συναισθήματα. Ένας άνθρωπος δηλαδή που γκρινιάζει μπορεί να εκτονώσει τον θυμό του, να μοιραστεί τη θλίψη του μέχρι και να βρει συμμάχους σε κοινά προβλήματα. Δεν το λες και λίγο. Μας κοινωνικοποιεί η γκρίνια; Μα, φυσικά. Αν ο αγαπημένος σου συνάδελφος είναι αυτός με τον οποίο μοιράζεστε κοινές αντιπάθειες και γκρινιάζετε όλοι μέρα γι’ αυτές, τότε όχι μόνο κοινωνικοποιείσαι μέσω της γκρίνιας αλλά φαίνεται πως γίνεται και μεταδοτική, σαν ιός. Αυτό που αξίζει να σκεφτούμε όμως είναι ότι στην πραγματικότητα, μπορεί στιγμιαία η γκρίνια να μας κάνει να νιώθουμε ανακουφισμένοι, μακροχρόνια όμως, διαμορφώνει ένα αρνητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετούμε τη ζωή μας ή τη δουλειά μας. Το Harvard Business Review σημειώνει πως γκρινιάζουμε, επειδή μας κάνει να νιώθουμε όμορφα, έχει χαμηλό ρίσκο και είναι εύκολο. Τόσο απλά (;).

Γιατί να σταματήσουμε να γκρινιάζουμε;

Πέρα από τους προφανείς λόγους, μία έρευνα του Stanford ήδη από το 1996 είχε προτείνει να σταματήσουμε να γκρινιάζουμε, καθώς έχει επιπτώσεις στην υγεία. Σύμφωνα με την έρευνα το να γκρινιάζεις ακόμα και για 30 λεπτά ή περισσότερο μπορεί να προκαλέσει βλάβη στον εγκέφαλο. Οι ερευνητές μέσα από μαγνητικές τοµογραφίες βρήκαν «συνδέσεις μεταξύ μακροχρόνιων αγχωτικών εμπειριών ζωής, μακροχρόνιας έκθεσης σε ορμόνες που παράγονται κατά τη διάρκεια του στρες και συρρίκνωσης του ιππόκαμπου», δηλαδή της περιοχής του εγκεφάλου που σχετίζεται με τον σχηματισμό νέων αναμνήσεων και με τη μάθηση και τα συναισθήματα. Αν λοιπόν σκεφτείς για πόσα πράγματα γκρινιάζεις μέσα στη μέρα και πόσα από αυτά αφορούν τη δουλειά, τότε ίσως να το ξανασκεφτείς πριν γκρινιάξεις που κάποιος στο γραφείο άφησε τον εκτυπωτή χωρίς μελάνι. Σήκω και πήγαινε και βάλε. 

Μετά από όλα αυτά, δεν ξέρω αν αύριο το πρωί θα ξυπνήσω και δεν θα γκρινιάξω, αυτό που σκέφτομαι όμως να κάνω είναι αντί να γκρινιάξω να περάσω στη δράση. Το να αλλάξεις αυτά που σε ενοχλούν και να ψάξεις λύσεις είναι μία πιο δύσκολη, πιο χρονοβόρα και πιο επώδυνη διαδικασία από αυτή του να κάθεσαι και να μοιρολογείς. Είναι αυτό που είχε πει άλλωστε και η Μάγια Αγγέλου, η Αμερικανίδα ποιήτρια και ακτιβίστρια πολιτικών δικαιωμάτων, πως: «Αν δεν σου αρέσει κάτι, άλλαξέ το. Αν δεν μπορείς να το αλλάξεις, άλλαξε τον τρόπο που το αντιμετωπίζεις. Μην παραπονιέσαι». Δύσκολο, αλλά εφικτό.

Photo by Nathan Dumlao on Unsplash